ευτραπελεύομαι

εὐτραπελεύομαι (Α)
[ευτράπελος]
είμαι ευτράπελος, είμαι αστείος, αστεΐζομαι, ευφυολογώ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐτραπελεύομαι — to be witty pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελευόμενον — εὐτραπελεύομαι to be witty pres part mp masc acc sg εὐτραπελεύομαι to be witty pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελεύῃ — εὐτραπελεύομαι to be witty pres subj mp 2nd sg εὐτραπελεύομαι to be witty pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελευομένῃ — εὐτραπελεύομαι to be witty pres part mp fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελευσάμενος — εὐτραπελεύομαι to be witty aor part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελευόμενοι — εὐτραπελεύομαι to be witty pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελευόμενος — εὐτραπελεύομαι to be witty pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελεύεσθαι — εὐτραπελεύομαι to be witty pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελεύεται — εὐτραπελεύομαι to be witty pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτραπελεύηται — εὐτραπελεύομαι to be witty pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.